Η Μαρία Σαμπανιώτη ζούσε ήσυχα στο Περιστέρι, μια λαϊκή γειτονιά της δυτικής Αθήνας. Ήταν μητέρα δύο κοριτσιών και η ζωή της περιστρεφόταν γύρω από το σπίτι και την οικογένεια. Με την ισχυρή προσωπικότητά της, διαχειριζόταν τα πάντα με αυστηρές μητριαρχικές αρχές. Η επιμονή της στρεφόταν στον γάμο των δύο κοριτσιών της, καθώς ήθελε να τις παντρέψει με δύο νεαρούς άνδρες από γειτονικές οικογένειες, τον Κώστα Μουστόπουλο και τον Αντώνη Κληματσά. Όμως οι οικογένειες αυτών των ανδρών αρνήθηκαν κατηγορηματικά τα προξενιά, μια απόρριψη που για τη Σαμπανιώτη ήταν προσωπική ταπείνωση και η σπίθα που θα άναβε μια σκοτεινή πράξη εκδίκησης.
Στις 18 Ιανουαρίου 1992, η Μαρία παρασκεύασε ζύμη για ψωμί και τηγανόψωμα, χρησιμοποιώντας αλεύρι που είχε λάβει λίγες μέρες νωρίτερα από τον πατέρα της στην Καστοριά. Μέσα στη ζύμη πρόσθεσε παραθείο, ένα ισχυρό γεωργικό δηλητήριο. Το δώρο που θα μοίραζε στις οικογένειες Μουστόπουλου και Κληματσά, ένα δείγμα φαινομενικής καλοσύνης και γειτονικής προσφοράς, κρύβει πλέον θάνατο. Η Μαρία περπατά τις γειτονιές με ένα χαμόγελο, χωρίς κανείς να μπορεί να φανταστεί τι περιέχει το λευκό αλεύρι που προσφέρει.
Το μεσημέρι, οι οικογένειες κάθισαν να φάνε τα τηγανόψωμα και το ψωμί. Σύντομα η ατμόσφαιρα άλλαξε δραματικά. Οι επτά άνθρωποι που τα κατανάλωσαν άρχισαν να υποφέρουν από έντονη ναυτία, εμετούς και παραλυσία. Η μεταφορά τους στο νοσοκομείο ήταν επείγουσα. Η διάγνωση ήταν σαφής: δηλητηρίαση από παραθείο. Τρεις από αυτούς, ο 60χρονος Θεόδωρος Μουστόπουλος, η 46χρονη Ειρήνη Κληματσά και ο 24χρονος γιος της, Αντώνης, δεν τα κατάφεραν και πέθαναν, ενώ οι υπόλοιποι τέσσερις επέζησαν με σοβαρά σωματικά και ψυχικά τραύματα.
Η αστυνομία επικεντρώθηκε γρήγορα στη Μαρία Σαμπανιώτη, καθώς όλα τα στοιχεία συνέκλιναν: όλα τα θύματα είχαν καταναλώσει φαγητά από την ίδια πηγή και το δηλητήριο ήταν τόσο ισχυρό που δεν θα μπορούσε να προστεθεί κατά λάθος. Η σύλληψή της έγινε λίγες ημέρες μετά, ενώ η ίδια εξακολουθούσε να αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή. Ισχυριζόταν ότι κάποιος άλλος είχε ρίξει το δηλητήριο στη ζύμη χωρίς τη γνώση της.
Τον Απρίλιο του 1993 ξεκίνησε η δίκη της. Ο Τύπος την αποκάλεσε «Νέα Φραγκογιαννού», παραπέμποντας στην ηρωίδα του Παπαδιαμάντη που δηλητηρίαζε θύματα μέσα από καθημερινές συνήθειες. Οι μαρτυρίες των γειτόνων και οι τοξικολογικές εξετάσεις ήταν αδιάσειστες. Ο εισαγγελέας τόνιζε ότι η πράξη ήταν σκόπιμη και ιδιαίτερα επικίνδυνη, αφού οι θύτες ήταν γείτονες που είχαν εμπιστοσύνη στη Σαμπανιώτη. Το δικαστήριο την έκρινε ένοχη για τρεις ανθρωποκτονίες από πρόθεση και τέσσερις απόπειρες ανθρωποκτονίας και της επέβαλε ισόβια κάθειρξη και 25 χρόνια χωρίς ελαφρυντικά.
Η Μαρία Σαμπανιώτη παρέμεινε στη φυλακή για 19 χρόνια. Το 2011, αποφυλακίστηκε λόγω ηλικίας και ευνοϊκών διατάξεων, σε ηλικία 73 ετών. Μέχρι την τελευταία στιγμή, επέμενε στην αθωότητά της, δηλώνοντας ότι «με τη συνείδησή μου είμαι καλά». Η υπόθεση παραμένει μια από τις πιο σκοτεινές ιστορίες ελληνικού εγκλήματος, δείχνοντας πώς η εμμονή και η εκδίκηση μπορούν να μεταμφιεστούν σε καθημερινές, φαινομενικά αθώες πράξεις που κρύβουν θάνατο.

Comments
Post a Comment