Η ανατριχιαστική ιστορία της Mary Bell, μιας 11χρονης κατά συρροή δολοφόνου


Το 1968, το Newcastle της Αγγλίας βυθίστηκε σε ένα αδιανόητο σκοτάδι. Εκεί, ένα δεκάχρονο κορίτσι, η Mary Bell, σκότωσε τον τετράχρονο Martin Brown. Με τα μικρά της χέρια έσφιξε τον λαιμό του παιδιού και άφησε πίσω της ανατριχιαστικά σημειώματα προς την οικογένειά του — μια επίδειξη ελέγχου, σχεδόν απόλαυσης. Δύο μήνες αργότερα, θα επαναλάβει τη φρίκη: το νέο της θύμα, ο τρίχρονος Brian Howe, έπεσε νεκρός από τα ίδια πνιγηρά δάχτυλα. Η Mary είχε ήδη δείξει σημάδια σκοταδιού. Πριν ακόμη διαπράξει φόνο, είχε προσπαθήσει να στραγγαλίσει άλλα παιδιά. Μιλούσε για τον θάνατο σαν να ήταν παιχνίδι. Οι αστυνομικές αναφορές τότε φάνταζαν υπερβολικές — ποιος θα πίστευε πως ένα παιδί τέτοιας ηλικίας μπορούσε να σκοτώσει ψυχρά;

Η ζωή της ξεκίνησε μέσα στην απόγνωση. Γεννημένη στις 26 Μαΐου 1957, ήταν το παιδί μιας 16χρονης εργάτριας του σεξ, της Betty McCrickett. Το σπίτι τους ήταν ένα περιβάλλον εναλλασσόμενης απουσίας και κακοποίησης. Οι “επαγγελματικές” εξαφανίσεις της μητέρας της έφερναν στιγμές ηρεμίας, όμως η παρουσία της σήμαινε φόβο. Μαρτυρίες αναφέρουν ότι είχε επιχειρήσει να δώσει τη Mary σε θετή μητέρα, ενώ μια σειρά από περίεργα “ατυχήματα” γύρω από το παιδί προκαλούσαν υποψίες για κακομεταχείριση.

Μέχρι τα δέκα της, η μικρή είχε ήδη χάσει κάθε αίσθηση ορίου. Ήταν απόμακρη, ψυχρή, χειριστική. Οι γείτονες μιλούσαν για ένα παιδί που παρατηρούσε τους άλλους χωρίς συναίσθημα — ένα βλέμμα πιο ώριμο, πιο σκοτεινό απ’ όσο θα έπρεπε να είναι. 

Τις εβδομάδες πριν από τη δολοφονία του Martin Brown, η συμπεριφορά της έγινε ανησυχητικά αλλοπρόσαλλη. Ένα μικρό αγόρι τραυματίστηκε σοβαρά μετά από “παιχνίδι” μαζί της, ενώ το επόμενο πρωί η αστυνομία την προειδοποίησε πως είχε προσπαθήσει να στραγγαλίσει τρία κορίτσια. Δεν υπήρχαν κατηγορίες —μόνο μια προειδοποίηση. Κανείς δεν φανταζόταν ότι λίγες μέρες αργότερα θα γινόταν δολοφόνος.  Στις 25 Μαΐου 1968, μια μέρα πριν τα 11α γενέθλιά της, ο Martin Brown βρέθηκε νεκρός σε ένα εγκαταλειμμένο κτίριο στο Scotswood. Η Mary, μαζί με τη φίλη της Norma Bell, επέστρεψε ψύχραιμη στον τόπο του εγκλήματος, παρακολουθώντας με περιέργεια τα αγόρια της γειτονιάς να ανακαλύπτουν το πτώμα. Λίγο αργότερα χτύπησε την πόρτα της οικογένειας του Martin και, με αγγελικό ύφος, ζήτησε “να τον δει”. Ήξερε ήδη ότι ήταν νεκρός.

Όταν οι δύο φίλες επιτέθηκαν σ’ ένα νηπιαγωγείο και άφησαν σημειώματα με απειλές για νέα φονικά, η αστυνομία τα θεώρησε κακόγουστη φάρσα. Μέχρι τις 31 Ιουλίου, όταν το σώμα του Brian Howe βρέθηκε στραγγαλισμένο και ακρωτηριασμένο. Οι υποψίες στράφηκαν αμέσως στις δύο μικρές.

Κατά τη διάρκεια της δίκης, η Mary καθόταν ατάραχη, σχεδόν αδιάφορη, ενώ οι ψυχίατροι μιλούσαν για “ψυχοπαθητικές τάσεις” και μια προσωπικότητα που απολάμβανε τη βία. Η Norma αθωώθηκε. Η Mary καταδικάστηκε σε φυλάκιση “επ’ αόριστον, κατά την ευχαρίστηση της Αυτής Μεγαλειότητάς της”.

Έμεινε στη φυλακή δώδεκα χρόνια και αφέθηκε ελεύθερη στα είκοσι τρία της. Δεν άφησε ποτέ πίσω της το βάρος του ονόματός της. Η Mary Bell παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο τρομακτικά παραδείγματα του πώς ένα παιδί μπορεί να γεννηθεί μέσα στο χάος και να το επιστρέψει στον κόσμο γύρω του — με τρόπο που κανείς δεν ξεχνά.


Comments