Η νύχτα της 14ης Φεβρουαρίου 2013 στο Pretoria δεν προμήνυε ότι θα εξελισσόταν σε μία από τις πιο εμβληματικές ποινικές υποθέσεις της σύγχρονης Νότιας Αφρικής. Σε ένα περιφραγμένο συγκρότημα κατοικιών, σχεδιασμένο για ασφάλεια και απομόνωση, ο Oscar Pistorius και η σύντροφός του, Reeva Steenkamp, βρίσκονταν στο σπίτι του αθλητή. Εκείνη ήταν 29 ετών, μοντέλο, απόφοιτη Νομικής και ανερχόμενη δημόσια παρουσία. Εκείνος ήταν ήδη διεθνές σύμβολο. Ο πρώτος αθλητής με διπλό ακρωτηριασμό που είχε αγωνιστεί σε Ολυμπιακούς Αγώνες δίπλα σε αρτιμελείς αθλητές. Ένα πρόσωπο που είχε ταυτιστεί με την υπέρβαση και την έμπνευση.
Λίγο μετά τις 3 τα ξημερώματα, τέσσερις πυροβολισμοί διέκοψαν την ησυχία. Η Reeva Steenkamp βρισκόταν κλειδωμένη στο μπάνιο του σπιτιού. Οι σφαίρες διαπέρασαν την κλειστή πόρτα. Τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι, στο ισχίο και στο χέρι. Όταν έφτασαν οι διασώστες, ήταν ήδη νεκρή.
Ο Oscar Pistorius κάλεσε τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης σε κατάσταση πανικού, δηλώνοντας ότι πυροβόλησε τη σύντροφό του κατά λάθος. Από την πρώτη στιγμή υποστήριξε ότι ξύπνησε πιστεύοντας πως στο σπίτι είχε εισβάλει διαρρήκτης. Χωρίς να φορέσει τα προσθετικά του πόδια, πήρε το όπλο του και πυροβόλησε μέσα από την πόρτα του μπάνιου, θεωρώντας ότι πίσω της βρισκόταν άγνωστος.
Η εικόνα που αντίκρισε η αστυνομία ήταν πιο σύνθετη. Η πόρτα του μπάνιου έφερε τόσο σημάδια από σφαίρες όσο και από χτυπήματα με ρόπαλο. Τα δεδομένα από το κινητό της Reeva Steenkamp έδειχναν ότι ήταν ξύπνια και ενεργή εκείνη την ώρα. Μαρτυρίες γειτόνων ανέφεραν ότι πριν από τους πυροβολισμούς είχαν ακούσει έντονες φωνές και γυναικείες κραυγές.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας ήρθαν στο φως στοιχεία για μια σχέση με εντάσεις. Μηνύματα που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο αποκάλυπταν σκηνές ζήλιας, συναισθηματικής πίεσης και συγκρούσεων. Σε ορισμένα από αυτά, η Steenkamp εξέφραζε φόβο και δυσφορία για τη συμπεριφορά του Pistorius. Τα στοιχεία αυτά δεν τεκμηρίωναν προμελέτη, αλλά αμφισβητούσαν την εικόνα μιας αρμονικής σχέσης και ενίσχυαν την αίσθηση ότι η νύχτα εκείνη δεν ήταν ένα μεμονωμένο ξέσπασμα τρόμου.
Η δίκη ξεκίνησε το 2014 και παρακολουθήθηκε στενά σε όλο τον κόσμο. Οι συνεδριάσεις μεταδίδονταν ζωντανά, οι καταθέσεις αναλύονταν εξονυχιστικά και κάθε λεπτομέρεια γινόταν αντικείμενο δημόσιας συζήτησης. Στο επίκεντρο βρέθηκε η σύγκρουση δύο αφηγήσεων. Από τη μία, ένας διάσημος αθλητής με αναπηρία που ισχυριζόταν ότι έδρασε από φόβο. Από την άλλη, μια γυναίκα νεκρή, χωρίς τη δυνατότητα να καταθέσει τη δική της εκδοχή.
Το δικαστήριο απέρριψε την κατηγορία της προμελετημένης δολοφονίας και έκρινε τον Pistorius ένοχο για ανθρωποκτονία εξ αμελείας. Η απόφαση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Νομικοί, οργανώσεις για τα δικαιώματα των γυναικών και μέρος της κοινής γνώμης θεώρησαν ότι η ποινή δεν αντανακλούσε τη βαρύτητα της πράξης.
Το 2015, το Ανώτατο Εφετείο της Νότιας Αφρικής ανέτρεψε την απόφαση. Έκρινε ότι ένας λογικός άνθρωπος όφειλε να προβλέψει πως τέσσερις πυροβολισμοί μέσα από κλειστή πόρτα θα οδηγούσαν με βεβαιότητα στον θάνατο όποιου βρισκόταν πίσω της. Η κατηγορία αναβαθμίστηκε σε φόνο. Το 2017, ο Oscar Pistorius καταδικάστηκε σε 13 χρόνια και 5 μήνες φυλάκισης.
Η υπόθεση Pistorius Steenkamp ξεπέρασε τα όρια ενός ποινικού φακέλου. Άνοιξε συζητήσεις για τη βία στις προσωπικές σχέσεις, για τον ρόλο της φήμης στη δικαιοσύνη και για το πώς τα δημόσια πρόσωπα αντιμετωπίζονται όταν καταρρέει ο μύθος που τα περιβάλλει. Η Reeva Steenkamp συχνά περιγράφηκε κυρίως ως θύμα, ενώ στη ζωή της ήταν μια γυναίκα με μόρφωση, φιλοδοξίες και δημόσια φωνή.
Χρόνια αργότερα, το όνομα του Oscar Pistorius δεν συνδέεται πλέον μόνο με τους στίβους και τα μετάλλια. Είναι άρρηκτα δεμένο με εκείνη την κλειστή πόρτα, τους τέσσερις πυροβολισμούς και μια υπόθεση που συνεχίζει να λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι πίσω από τις μεγάλες αφηγήσεις επιτυχίας μπορεί να κρύβονται ιστορίες βίας, απώλειας και αμετάκλητων συνεπειών.

Comments
Post a Comment