Το απόγευμα της 17ης Ιανουαρίου 2018 η Λεωφόρος Αθηνών είχε την ίδια κίνηση όπως κάθε μέρα, με την άσφαλτο να τρίζει από το βάρος των φορτηγών και τους εργάτες στις γύρω βιοτεχνίες να κλείνουν τα ρολά, βυθισμένοι στη ρουτίνα της πόλης. Μέσα σε αυτή την καθημερινότητα, δύο άνδρες πάνω σε μια κλεμμένη μοτοσικλέτα πλησίασαν μια θωρακισμένη BMW και άδειασαν πάνω της τριάντα σφαίρες. Ο στόχος τους, που τελικά αποτέλεσε και το θύμα, ήταν ο Βασίλης Στεφανάκος, ένας από τους πιο αμφιλεγόμενους ανθρώπους που έδρασαν στα ελληνικά παρασκήνια της εγκληματικότητας τις τελευταίες δεκαετίες.
Η δολοφονία του περιγράφηκε από αστυνομικές πηγές ως επαγγελματικό χτύπημα υψηλού κόστους και έμοιαζε να έχει προετοιμαστεί προσεκτικά σε μια στιγμή που ο ίδιος πίστευε πως είχε αφήσει πίσω του το παρελθόν του. Η σκηνή της επίθεσης, με το αυτοκίνητο διάτρητο και το σώμα του ακίνητο στη θέση του οδηγού, έμοιαζε με την αναπόφευκτη κατάληξη μιας ιστορίας που είχε γραφτεί σε αργά και πυκνά κεφάλαια.
Ο Στεφανάκος γεννήθηκε το 1961 και ενηλικιώθηκε σε μια εποχή όπου η Αθήνα άλλαζε ραγδαία. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 άρχισε να εμφανίζεται στις παρυφές του υπόκοσμου, αρχικά ως άνθρωπος της νύχτας και αργότερα ως μια φιγούρα που συγκέντρωνε γύρω της επιρροή, φόβο και θαυμασμό. Η αστυνομία τον θεωρούσε σταθερά έναν από τους πιο ισχυρούς αρχηγούς της ελληνικής μαφίας, παρότι εκείνος απαντούσε πως είναι απλώς ένας επιχειρηματίας με μάντρα αυτοκινήτων και γνωριμίες. Η φιλοσοφία του ήταν απλή και σκληρή, καθώς επεδίωκε να κινείται αθόρυβα, να αποφεύγει τις αποτυχίες και να φτιάχνει δίκτυα συμμαχιών μέσα και έξω από τις φυλακές. Ωστόσο, όσοι τον συναναστρέφονταν προσωπικά περιέγραφαν έναν άνθρωπο που έμοιαζε να ζει σε διαρκή εσωτερική ένταση, έναν άνδρα με δυνατή στοργή και ακόμη δυνατότερη οργή.
Μια ιστορία που συχνά επανέρχεται και αγγίζει τα όρια του σουρεαλισμού αφορά ένα περιστατικό με έναν οδηγό που τον έβρισε σε φανάρι επειδή δεν ξεκίνησε εγκαίρως. Ο Στεφανάκος, χωρίς να οπλοφορεί εκείνη τη στιγμή, κατέβηκε και τον τραυμάτισε με την πένα που κρατούσε στο χέρι, την οποία λέγεται πως κράτησε για χρόνια ως υπενθύμιση του τι μπορεί να προκαλέσει ο θυμός.
Κανένα προφίλ για τον Στεφανάκο δεν είναι πλήρες χωρίς τις μεγάλες υποθέσεις που συνδέθηκαν με το όνομά του. Το 2006 η αστυνομία τον κατηγόρησε για ηθική αυτουργία στην κινηματογραφική απόδραση των Παλαιοκώστα και Ριζάι με ελικόπτερο από τις φυλακές Κορυδαλλού, μια από τις πιο θρασύτατες αποδράσεις στην ελληνική ιστορία. Την ίδια χρονιά το όνομά του βρέθηκε στην περίφημη λίστα των 44 ενταλμάτων για εκβιασμούς, ενώ τον Αύγουστο συνδέθηκε με τη δολοφονία των Κώστα Κουτελιέρη και Γιάννη Κάτσιου. Λίγα χρόνια αργότερα, το 2009, το όνομά του εμφανίστηκε στην υπόθεση απαγωγής του εφοπλιστή Περικλή Παναγόπουλου που συντάραξε το επιχειρηματικό κατεστημένο.
Το 2008 συνελήφθη στο Χαϊδάρι και καταδικάστηκε σε κάθειρξη 21 ετών και 3 μηνών για σειρά αδικημάτων, με κεντρικότερο την ηθική αυτουργία στη δολοφονία των Κουτελιέρη και Κάτσιου καθώς και την οργάνωση της απόδρασης των Ριζάι και Παλαιοκώστα. Παράλληλα κυκλοφορούσαν αναφορές ότι μέσα στις φυλακές διατηρούσε επαφές με μέλη της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς και ότι υπήρχε σχέδιο ανατίναξης τμήματος της περίφραξης του Κορυδαλλού, το αποκαλούμενο σχέδιο Γοργοπόταμος, προκειμένου να αποδράσουν φυλακισμένα μέλη της οργάνωσης. Αν και το σχέδιο δεν υλοποιήθηκε ποτέ και κανένα δικαστήριο δεν τον έκρινε επίσημα ένοχο για συμμετοχή σε τρομοκρατικές ενέργειες, η σκιά των φημών συνόδευε πάντα το όνομά του.
Από το Μαλανδρίνο μέχρι τα Τρίκαλα και τον Δομοκό, ο Στεφανάκος πέρασε σχεδόν μια δεκαετία μεταφερόμενος ανάμεσα σε φυλακές υψίστης ασφαλείας. Εκεί δημιούργησε ένα δεύτερο δίκτυο ισχύος με τον Παναγιώτη Βλαστό, μια από τις πλέον γνωστές μορφές του ελληνικού οργανωμένου εγκλήματος, να αποτελεί στενό φίλο του εκείνα τα χρόνια. Το 2016 ένα δημοσίευμα υποστήριζε ότι επιτέθηκε στον Άκη Τσοχατζόπουλο μέσα στο κελί του, κάτι που ο ίδιος αρνήθηκε κατηγορηματικά και η πλευρά Τσοχατζόπουλου ουδέποτε επιβεβαίωσε.
Τον Αύγουστο του 2016 αποφυλακίστηκε χρησιμοποιώντας τον νόμο Παρασκευόπουλου και το Χαϊδάρι τον υποδέχτηκε και πάλι σαν γνώριμο πρόσωπο. Μπροστά του απλωνόταν μια βραχύβια επιστροφή στην καθημερινότητα, κοντά στην οικογένειά του, στη δουλειά του και στους παλιούς του κύκλους. Άλλοι υποστήριζαν ότι προσπαθούσε να μείνει μακριά από τον πόλεμο της νύχτας και άλλοι ότι απλώς δεν είχε αποχωρήσει από το παιχνίδι ποτέ. Στο Facebook είχε ανεβάσει ένα απόφθεγμα του Νίτσε που ανέφερε πως οι συνέπειες των πράξεών μας μάς αρπάζουν από τον λαιμό και τους είναι αδιάφορο αν στο μεταξύ έχουμε γίνει καλύτεροι, μια φράση που εκ των υστέρων έμοιαζε σχεδόν σαν προαίσθηση.
Η εκτέλεσή του διήρκησε λιγότερο από έξι δευτερόλεπτα καθώς οι δράστες πλησίασαν από τη δεξιά πλευρά της BMW και άδειασαν επάνω της έναν γεμιστήρα, αποδεικνύοντας ότι η θωράκιση δεν στάθηκε εμπόδιο. Όταν αστυνομικοί έφτασαν στο σημείο, η εικόνα θύμιζε σκηνή κινηματογραφικής ταινίας με το αυτοκίνητο διάτρητο, την άσφαλτο γεμάτη κάλυκες και την περιοχή αποκλεισμένη. Φωτογράφοι που προσπάθησαν να τραβήξουν εικόνες δέχτηκαν απειλές από άτομα που βρίσκονταν ήδη συγκεντρωμένα εκεί. Το επικρατέστερο σενάριο της αστυνομίας ανέφερε πως πρόκειται για αντίποινα, πιθανότατα συνδεδεμένα με τη δολοφονία του Βασίλη Γρίβα έναν χρόνο νωρίτερα, μια από τις πολλές επιχειρησιακές αναμετρήσεις που συντάραξαν τον κόσμο των συμβολαίων θανάτου.
Ο Στεφανάκος είχε παντρευτεί δύο φορές, μία εκ των οποίων μέσα στις φυλακές Λάρισας, και είχε αποκτήσει δύο παιδιά. Παρά τη συνολική εικόνα ενός ανθρώπου βυθισμένου στη βία, φίλοι του περιέγραφαν πως είχε μια πιο ήσυχη πλευρά ιδιαίτερα όταν βρισκόταν στη Μάνη, σε μια περιοχή που θεωρούσε καταφύγιο. Εκεί, ανάμεσα σε καφενεία και χωμάτινους δρόμους, έμοιαζε περισσότερο με έναν άνδρα που επιζητούσε ηρεμία παρά με έναν βασιλιά της νύχτας.
Ο θάνατός του δεν έλυσε κανένα από τα μυστήρια που κουβαλούσε αλλά αντιθέτως ενίσχυσε τον μύθο του. Στα χρόνια που ακολούθησαν ο φάκελος της δολοφονίας παραμένει ανοιχτός, χωρίς επίσημους κατηγορούμενους και χωρίς απαντήσεις. Σε μια χώρα που έχει δει πολλά επεισόδια οργανωμένου εγκλήματος, η φιγούρα του Στεφανάκου συνεχίζει να προκαλεί συζητήσεις ως ένα πρόσωπο που κάποιοι φοβήθηκαν, κάποιοι θαύμασαν και αρκετοί προσπάθησαν να κατανοήσουν. Ίσως τελικά αυτό να ήταν το πιο επικίνδυνο χαρακτηριστικό του, το γεγονός ότι κανείς δεν μπορούσε να τον διαβάσει μέχρι το τέλος.

Comments
Post a Comment