Στις 7 Ιουλίου 1996, η Κηφισιά ξύπνησε σε μια ανείπωτη σιωπή. Στο εσωτερικό ενός αστικού σπιτιού, πίσω από καλοφροντισμένους φράχτες και ήσυχους δρόμους, ο 54χρονος μηχανολόγος και επιχειρηματίας Απόστολος Κοσμάς έβαζε τέλος σε μια δεκαετία παράνοιας, φόβου και απόγνωσης. Εκείνο το πρωινό, την ώρα που ο πρωτότοκος γιος του κοιμόταν, τον χτύπησε με ένα τσεκούρι. Ο 27χρονος Βαγγέλης δεν ξύπνησε ποτέ.
Για τους γείτονες, η οικογένεια Κοσμά ήταν ένα σύμβολο ευημερίας. Μια ήρεμη, καλλιεργημένη οικογένεια που ζούσε όπως τόσες άλλες στα βόρεια προάστια. Για τους ίδιους, όμως, το σπίτι είχε μετατραπεί σε φυλακή. Ο Βαγγέλης, πανέξυπνος αλλά ψυχικά ασθενής, είχε διαγνωστεί με παρανοϊκή σχιζοφρένεια. Η ασθένεια εξελισσόταν με σκληρό ρυθμό, φέρνοντας την οικογένεια καθημερινά στο χείλος της καταστροφής. Είχε ξεσπάσματα, απειλές, φωνές, στιγμές ανεξέλεγκτης βίας.
Ο Απόστολος και η σύζυγός του, Ελευθερία, προσπαθούσαν απεγνωσμένα να κρατήσουν μια ισορροπία. Πίστευαν στην αγάπη, όχι στον εγκλεισμό. Όταν οι γιατροί συνέστησαν νοσηλεία στην κλινική «Γαλήνη», ο πατέρας δεν άντεξε τη θέα του παιδιού του δεμένου σε ένα υπόγειο δωμάτιο. Υπέγραψε την έξοδό του με δική του ευθύνη. Από εκείνη τη στιγμή, η μοίρα της οικογένειας σφραγίστηκε.
Δέκα χρόνια αγωνίας ακολούθησαν. Ο Βαγγέλης ζούσε ανάμεσα σε νησίδες διαύγειας και εκρήξεις παραληρήματος. Σταμάτησε να παίρνει τα φάρμακά του, απαιτούσε χρήματα για όπλα, απειλούσε. Ο πατέρας του, εξαντλημένος και φοβισμένος, έτρεχε στην αστυνομία ζητώντας βοήθεια. Οι αρχές δίσταζαν να επέμβουν. Κανείς δεν αναλάμβανε την ευθύνη. Η ΕΚΑΜ ενημερώθηκε, μα δεν πρόλαβε. Το βράδυ εκείνο, ο Απόστολος επέστρεψε σπίτι. Ήξερε πως η οικογενειακή κόλαση δεν θα είχε αλλιώς τέλος.
Με το τσεκούρι του στο χέρι, σκότωσε το παιδί του στο δωμάτιό του. Έπειτα, ψύχραιμα, σχεδόν μηχανικά, φόρτωσε το σώμα στο πορτμπαγκάζ, οδήγησε ως τον Κάλαμο και προσπάθησε να εξαφανίσει τα ίχνη. Έκαψε το πτώμα, το τεμάχισε και το τοποθέτησε σε μαύρες σακούλες. Δεν πρόλαβε. Ένας περαστικός ειδοποίησε την αστυνομία. Όταν οι άνδρες της Ασφάλειας τον συνέλαβαν, εκείνος ψιθύρισε μόνο: «Είναι το παιδί μου».
Στο δικαστήριο, ο Απόστολος Κοσμάς δεν προσπάθησε να δικαιολογηθεί. Μίλησε για την αγάπη, τη φθορά, την απελπισία. «Δεν κατάλαβα τι έκανα. Ήταν στιγμή τρέλας. Ήθελα μόνο να προλάβω την καταστροφή», είπε. Η εισαγγελία αναγνώρισε το αδιέξοδο της οικογένειας, τη «πλάνη» του πατέρα, την ισορροπία ανάμεσα στην τρέλα και τη συνείδηση. Η ποινή: κάθειρξη 15 ετών και έξι μηνών.
Έναν χρόνο αργότερα, μέσα στη φυλακή, ο Απόστολος Κοσμάς κατέρρευσε από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. «Θέλω μόνο να με θάψουν δίπλα στο παιδί μου», είχε πει στον τελευταίο του λόγο.
Το έγκλημα της οικογένειας Κοσμά παραμένει ένα από τα πιο συγκλονιστικά κεφάλαια της ελληνικής εγκληματολογίας. Όχι για τη βαρβαρότητά του, αλλά για τη σιωπηλή ανθρώπινη τραγωδία που έκρυβε· για τον πατέρα που δεν άντεξε να βλέπει τον γιο του να χάνεται, και για το τίμημα μιας κοινωνίας που φοβήθηκε να αντικρίσει την ψυχική ασθένεια κατάματα.

Comments
Post a Comment