Κυριάκος Παπαχρόνης: Ο Δράκος της Δράμας

 




Το φθινόπωρο του 1981, μια σειρά φρικτών εγκλημάτων βάφει με αίμα τη Βόρεια Ελλάδα. Ο δράστης, ένας δόκιμος έφεδρος αξιωματικός του Στρατού Ξηράς, ονόματι Κυριάκος Παπαχρόνης —γνωστός αργότερα ως «ο δράκος της Δράμας»— θα μείνει στην ιστορία ως μία από τις πιο σκοτεινές φιγούρες της ελληνικής εγκληματολογίας.

Γεννημένος στην Ξάνθη το 1960, μεγάλωσε σε μια εργατική οικογένεια που διατηρούσε εστιατόριο-καφενείο. Δούλεψε από μικρός, ατσαλώνοντας μια επιμονή που αργότερα θα στραφεί στη βία. Με το σώμα του σμιλεμένο από χρόνια προπόνησης στην πυγμαχία και το καράτε, ο Παπαχρόνης θύμιζε περισσότερο αθλητή παρά ψυχρό εκτελεστή. Όμως πίσω από το γυμνασμένο κορμί του, έβραζε μια σκοτεινή ανάγκη επιβολής.

Το πρώτο του έγκλημα έγινε στις 9 Σεπτεμβρίου 1981. Μια 46χρονη ιερόδουλη δέχεται θανατηφόρο επίθεση μέσα στον οίκο ανοχής της στη Δράμα. Ο Παπαχρόνης, εξοργισμένος από μια φράση που θεώρησε προσβολή, επιστρέφει λίγες ώρες αργότερα για να τη μαχαιρώσει μέχρι θανάτου. Από εκείνη τη στιγμή, η βία του παίρνει μορφή χιονοστιβάδας. Οι επόμενοι μήνες σπέρνουν πανικό. Γυναίκες πέφτουν θύματα επιθέσεων στους δρόμους της Δράμας, της Ξάνθης και της Θεσσαλονίκης.

Τον Δεκέμβριο του 1981, μαχαιρώνει μια νεαρή φοιτήτρια μπροστά στο σπίτι της. Εκείνη γλιτώνει χάρη στον πατέρα της, που τον αιφνιδιάζει τη στιγμή της επίθεσης. Τον Ιανουάριο του 1982, μια φιλόλογος σώζεται από θαύμα· η καταθέσή της θα αποδειχθεί καθοριστική για την ταυτότητα του δράστη. Ακολουθούν μήνες τρόμου, ώσπου στις 15 Αυγούστου 1982, μια γυναίκα βρίσκει φρικτό θάνατο στη Θεσσαλονίκη. Ο Παπαχρόνης τη μαχαιρώνει, τη βιάζει και τη σκοτώνει, κρατώντας τον αναπτήρα της ως τρόπαιο.

Η αστυνομία καταλαβαίνει πως έχει να κάνει με έναν στρατιωτικό, καθώς όλα τα θύματα μιλούν για έναν άντρα με στολή. Οι αναζητήσεις επικεντρώνονται στα στρατόπεδα της περιοχής. Μετά την τελευταία επίθεση, στις 8 Δεκεμβρίου 1982, οι ύποπτοι περιορίζονται σημαντικά. Στις 13 Δεκεμβρίου, ο Κυριάκος Παπαχρόνης συλλαμβάνεται. Στο σπίτι του βρίσκονται μαχαίρια και ο αναπτήρας της δολοφονημένης Αναστασίας Αλεξανδρίδου. Στην ανάκριση, οι αντιφάσεις και η ένταση τον προδίδουν· ομολογεί τα πάντα, ακόμη και τις πέντε βομβιστικές ενέργειες που είχε πραγματοποιήσει προηγουμένως σε Ξάνθη, Καβάλα και Δράμα.

Η δίκη του, το καλοκαίρι του 1983, θα μετατραπεί σε πανελλήνιο θέαμα. Ο Παπαχρόνης εμφανίζεται προκλητικός, θρασύς, με μια παράξενη αυταρέσκεια για τη φυσική του δύναμη. Αρνείται τη βοήθεια των συνηγόρων του, επιμένοντας πως «δεν έχτιζε τόσα χρόνια αυτό το κορμί για να το καταστρέψουν οι ψυχίατροι». Οι δηλώσεις του για απόδραση και νέες δολοφονίες αναγκάζουν τις αρχές να διαθέσουν εκατοντάδες αστυνομικούς για τη φύλαξή του.

Το δικαστήριο τον κρίνει ένοχο για δύο ανθρωποκτονίες εκ προθέσεως, επτά απόπειρες, οκτώ απόπειρες βιασμού και παράνομη κατοχή και χρήση όπλων. Καταδικάζεται «δις εις θάνατον» και σε ποινές πολυετούς κάθειρξης. Ένα χρόνο αργότερα, στον δεύτερο βαθμό, η απόφαση επαναλαμβάνεται.

Στις φυλακές της Κέρκυρας και αργότερα της Θεσσαλονίκης, ο Παπαχρόνης δείχνει την πιο ωμή του πλευρά. Συμμετέχει σε εξεγέρσεις, χτυπά συγκρατούμενους, ξεσπά καταστρέφοντας το κελί του. Χρόνια αργότερα, μεταφερόμενος στις φυλακές της Λάρισας, φαίνεται να μεταμορφώνεται. Διαβάζει, ζωγραφίζει, ψέλνει στην εκκλησία του ιδρύματος.

Την ίδια περίοδο, λαμβάνει γράμματα από γυναίκες γοητευμένες από τη διαβόητη φήμη του —μια εκδήλωση υβριστοφιλίας, της παράξενης έλξης προς εγκληματίες.

Το 2004, σε ηλικία 44 ετών, αποφυλακίζεται έχοντας εκτίσει όλη την ποινή του. Του επιβάλλονται περιοριστικοί όροι· απαγόρευση διαμονής σε Ξάνθη, Δράμα και Θεσσαλονίκη, και υποχρεωτική παρουσίαση στο τοπικό αστυνομικό τμήμα ανά δεκαπενθήμερο. Στη δήλωση που απευθύνει στα μέσα ενημέρωσης γράφει, με μια γλώσσα γεμάτη μεταμέλεια και θρησκευτικό συμβολισμό, πως «όλοι μας πουλήσαμε τις ψυχές μας στον Εωσφόρο —όπως ο Φάουστ— κι εγώ προσωπικά έχασα».

Σήμερα, ο Κυριάκος Παπαχρόνης ζει ήσυχα στην Αθήνα. Δεν έχει απασχολήσει ξανά τις αρχές. Όμως το όνομά του παραμένει χαραγμένο στο ελληνικό συλλογικό ασυνείδητο — σαν μια ρωγμή όπου το φως του ανθρώπινου προσώπου συναντά το απόλυτο σκοτάδι.



Comments