Η υπόθεση του Κωνσταντίνου Μπίντου: Το Μακελειό στα Ιωάννινα


Ο Κωνσταντίνος Μπίντος γεννήθηκε το 1952. Από νεαρή ηλικία έδειχνε έντονο χαρακτήρα και εμμονή με τον έλεγχο και τη δικαιοσύνη. Σπούδασε σε τεχνικό επάγγελμα και σύντομα μπήκε στον χώρο των δημοσίων έργων, όπου ανέπτυξε σημαντική καριέρα ως εργολάβος. Στους συναδέλφους και τους δικαστικούς κύκλους απέκτησε τη φήμη του «δικομανή», καθώς υπέβαλλε συνεχώς μηνύσεις, πολλές φορές αστήρικτες, και προκαλούσε αναστάτωση στο νομικό περιβάλλον.

Στην προσωπική του ζωή ήταν απομονωμένος. Οι μαρτυρίες αναφέρουν ότι δεν είχε στενές φιλίες, οι οικογενειακές σχέσεις του ήταν περιορισμένες, και η δουλειά του κυριολεκτικά κατείχε όλο τον χρόνο και την ενέργειά του. Οι συνάδελφοί του τον θεωρούσαν δύσκολο και ψυχολογικά ασταθή, αλλά λίγοι μπορούσαν να φανταστούν την έκταση της εμμονής και της ψυχολογικής έντασης που έκρυβε μέσα του.

Στις 7 Νοεμβρίου 1994, αυτή η ψυχική κατάσταση εκδηλώθηκε με τον πιο φρικτό τρόπο. Ο Μπίντος εισέβαλε στο Δικαστικό Μέγαρο Ιωαννίνων οπλισμένος με καραμπίνα. Σκότωσε τον εισαγγελέα Σπύρο Σπύρου και τον αστυνομικό Κώστα Ζαμπαλά, ενώ τραυμάτισε σοβαρά τέσσερις ακόμη ανθρώπους. Οι διάδρομοι του μεγάρου γέμισαν πανικό και ουρλιαχτά, με δικαστές και πολίτες να προσπαθούν απεγνωσμένα να σωθούν.

Μετά την ανταλλαγή πυρών με την αστυνομία, ο Μπίντος τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Εκεί η χειρουργός που τον χειρούργησε ήταν η σύζυγος ενός εισαγγελέα, συναδέλφου του θύματος, γεγονός που προσέδωσε μια τραγική και σχεδόν απίστευτη ειρωνεία στην υπόθεση.

Η ζωή και η πράξη του Μπίντου δείχνουν πώς η εμμονή, η απομόνωση και η ψυχική αστάθεια μπορούν να οδηγήσουν σε ακραίες πράξεις βίας. Η υπόθεση παραμένει ένα από τα πιο συγκλονιστικά και ακραία περιστατικά στην ελληνική δικαστική ιστορία, συνδυάζοντας την ψυχολογική παράνοια ενός ανθρώπου με τη φρικτή πραγματικότητα ενός αιματηρού εγκλήματος.

Comments