Η νύχτα στη Σταυρούπολη ήταν ήσυχη όταν, στις 12 Ιουνίου 1998, ένα νεαρό σώμα βρέθηκε εγκαταλελειμμένο μέσα σε μία υπό ανέγερση πολυκατοικία. Το κτίριο δεν είχε ακόμη κατοικηθεί. Τσιμέντο, σκόνη, η μυρωδιά της υγρασίας και η αίσθηση ότι κάποιος δεν έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Η 19χρονη Εύα Φωτιάδου δεν είχε καμία δουλειά σε αυτό το μέρος. Κι όμως, εκεί τελείωσε η ζωή της.
Οι πρώτες ώρες μετά τον εντοπισμό της σορού κύλησαν γρήγορα. Η παρουσία ηρωίνης στον οργανισμό της, όπως προέκυψε από τις τοξικολογικές εξετάσεις, έδωσε στις αρχές μια έτοιμη εξήγηση. Ο θάνατός της χαρακτηρίστηκε υπερβολική δόση. Η υπόθεση έκλεισε χωρίς περαιτέρω διερεύνηση. Δεν αναζητήθηκαν ύποπτοι. Δεν εξετάστηκαν εναλλακτικά σενάρια. Για το επίσημο κράτος, το ζήτημα είχε λήξει.
Για τη μητέρα της, Ελένη Φωτιάδου, μόλις ξεκινούσε.
Η Εύα δεν ήταν άγνωστη στην οικογένειά της. Δεν ζούσε διπλή ζωή. Δεν είχε ιστορικό χρήσης ναρκωτικών. Δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι σύχναζε σε επικίνδυνα περιβάλλοντα. Κυρίως, δεν υπήρχε καμία λογική εξήγηση για το πώς και γιατί θα βρισκόταν μόνη της σε μια εγκαταλειμμένη οικοδομή. Τα σημάδια στο σώμα της, όπως τα είδε η μητέρα της, δεν ταίριαζαν με τον θάνατο από υπερβολική δόση.
Οι απαντήσεις που ζητούσε δεν ήρθαν από τις αρχές. Έτσι, λίγες ημέρες μετά την κηδεία, η Ελένη Φωτιάδου πήρε μια απόφαση που θα άλλαζε τη ζωή της οριστικά. Αφού κατάλαβε ότι κανείς δεν θα έψαχνε για την αλήθεια, αποφάσισε να το κάνει μόνη της.
Άφησε πίσω της την καθημερινότητά της και μπήκε σε έναν κόσμο που μέχρι τότε παρακολουθούσε μόνο από μακριά. Άλλαξε εμφάνιση και συμπεριφορά. Υποδύθηκε την ιερόδουλη και τη χρήστρια ναρκωτικών. Άρχισε να κινείται σε πιάτσες τοξικομανών της Θεσσαλονίκης, να μιλά με ανθρώπους που ζούσαν στο περιθώριο, να ακούει ιστορίες που συνήθως δεν φτάνουν ποτέ σε επίσημες καταθέσεις.
Η έρευνά της δεν είχε τίποτα το θεσμικό. Δεν υπήρχαν ένσημα, προστασία ή εγγυήσεις. Υπήρχε μόνο ο κίνδυνος. Συχνά κατέγραφε συνομιλίες, συγκρατούσε ονόματα, τοποθεσίες και λεπτομέρειες. Κάθε πληροφορία την έφερνε πιο κοντά σε μια εκδοχή των γεγονότων που απείχε δραματικά από το επίσημο πόρισμα.
Σύμφωνα με όσα υποστήριξε ότι συγκέντρωσε, τη νύχτα της 10ης Ιουνίου 1998 η Εύα διασκέδαζε όταν την προσέγγισε άνδρας που συνδεόταν με εμπόριο ναρκωτικών. Η προσέγγιση ήταν φιλική, σχεδόν συνηθισμένη. Τη φλέρταρε, την έπεισε να τον ακολουθήσει σε διαμέρισμα στη Σταυρούπολη. Εκεί, δεν ήταν μόνος.
Τα γεγονότα που φέρονται να ακολούθησαν δεν καταγράφηκαν τότε από καμία αρχή. Σύμφωνα όμως με την έρευνα της μητέρας, η Εύα κακοποιήθηκε σεξουαλικά από συνολικά 8 άτομα, ξυλοκοπήθηκε και ληστεύτηκε. Όταν έχασε τις αισθήσεις της, της χορηγήθηκε ένεση ηρωίνης. Στη συνέχεια, το σώμα της μεταφέρθηκε και εγκαταλείφθηκε σε μία οικοδομή, όπου και βρέθηκε δύο ημέρες αργότερα.
Η Ελένη Φωτιάδου κατονόμασε οκτώ άτομα ως εμπλεκόμενα στην υπόθεση. Παρέδωσε στον εισαγγελέα όσα στοιχεία είχε συγκεντρώσει, μαρτυρίες, καταγραφές και πληροφορίες. Η προσπάθειά της συνάντησε έντονη αμφισβήτηση. Ιατροδικαστές και αστυνομικοί συνέχισαν να επιμένουν στο αρχικό σενάριο της υπερβολικής δόσης. Η μητέρα παρουσιάστηκε πολλές φορές ως μια γυναίκα που δεν μπορούσε να αποδεχτεί την απώλεια.
Χρειάστηκαν τρία χρόνια για να αλλάξει κάτι.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης επανεξέτασε την υπόθεση και αναγνώρισε ότι ο θάνατος της Εύας Φωτιάδου δεν μπορούσε να θεωρηθεί ατύχημα. Έκρινε ότι πρόκειται για εγκληματική ενέργεια. Η αρχική εκδοχή κατέρρευσε επίσημα.
Η υπόθεση της Εύας Φωτιάδου δεν έγινε γνωστή μόνο μέσα από τα δικαστικά έγγραφα. Ο αγώνας της μητέρας της πέρασε στη δημόσια σφαίρα και αποτυπώθηκε αργότερα στη σειρά «Η 10η Εντολή».
Στο τέλος, αυτό που μένει δεν είναι μόνο το έγκλημα. Είναι ο τρόπος που μια υπόθεση μπορεί να κλείσει πρόωρα και να ανοίξει ξανά μόνο όταν κάποιος αρνείται να δεχτεί μια εύκολη απάντηση. Και η εικόνα μιας μητέρας που κατέβηκε σε έναν κόσμο ξένο και επικίνδυνο, όχι για να εκδικηθεί, αλλά για να αποκαταστήσει την αλήθεια για το παιδί της.

Comments
Post a Comment