Στη σκιά της αμερικανικής επαρχίας, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, γεννήθηκε ένας τρόμος που φορούσε γυναικεία παπούτσια. Ο Jerome Henry Brudos, γνωστός ως The Lust Killer, υπήρξε μία από τις πιο διαταραγμένες και αποκρουστικές φυσιογνωμίες του εγκληματικού σύμπαντος τωνΗνωμένων Πολιτειών — ένας άντρας που περπάτησε στα όρια ανάμεσα στην εμμονή, τη φαντασίωση και τον θάνατο.
Η παιδική του ηλικία ήταν ένα έδαφος σπαρμένο με απόρριψη. Ο Jerome γεννήθηκε στις 31Ιανουαρίου 1939 στη Νότια Ντακότα, σε μια οικογένεια που περιπλανιόταν από την Καλιφόρνια ως το Όρεγκον, αναζητώντας μια ζωή που ποτέ δεν ήρθε. Η μητέρα του, αυταρχική και ψυχρή, ποτέ δεν αποδέχθηκε τον γιο που δεν επιθυμούσε να φέρει στον κόσμο. Η σκιά της αποστροφής της σκέπασε την παιδική του ψυχή όπως μια σιωπηλή τιμωρία.
Ήταν μόλις πέντε ετών όταν ανακάλυψε ένα ζευγάρι γυναικεία ψηλοτάκουνα σε μια μάντρα. Ηστιγμή εκείνη, φαινομενικά ασήμαντη, έμελλε να χαράξει ανεπανόρθωτα τη μοίρα του. Φόρεσε τα παπούτσια, μα η μητέρα του, απερίφραστη στην απέχθειά της, τα κατέστρεψε με οργή. Μέσα από τα θραύσματα τους γεννήθηκε μια σκοτεινή εμμονή· ο σπόρος ενός φετίχ που θα εξελισσόταν σεβία, σε ανάγκη για κυριαρχία, σε ένα τέρας με ανθρώπινο πρόσωπο.
Στα δεκαεπτά του, ο Brudos έκανε το πρώτο πραγματικό του βήμα στο σκοτάδι. Απήγαγε μια νεαρή γυναίκα, την απείλησε με μαχαίρι και την ανάγκασε να ποζάρει γυμνή μπροστά στη φωτογραφική του μηχανή. Αν και εισήχθη σε ψυχιατρική πτέρυγα, το σύστημα τον άφησε σύντομα ελεύθερο, επιτρέποντάς του να επιστρέψει στη σχολική καθημερινότητα. Ήταν η πρώτη προειδοποίηση πουαγνοήθηκε — και το μονοπάτι είχε ήδη χαραχτεί.
Μετά την αποφοίτηση, ο Jerome εργάστηκε ως τεχνικός ηλεκτρονικών. Παντρεύτηκε, απέκτησε παιδιά και εγκαταστάθηκε με τη σύζυγό του στο Salem του Oregon, κάτω από μια ψευδαίσθηση κανονικότητας. Πίσω όμως από την πρόσοψη του ήρεμου οικογενειάρχη, το μυαλό του βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο σε φαντασιώσεις. Τις νύχτες, όταν όλοι κοιμούνταν, εκείνος τρύπωνε στασπίτια γυναικών, αναζητώντας εσώρουχα, παπούτσια, την αίσθηση εξουσίας πάνω στο άψυχο αντικείμενο που αντικαθιστούσε την ανθρώπινη επαφή.
Τον Ιανουάριο του 1968, όταν η νεαρή Linda Slawson, πωλήτρια εγκυκλοπαίδειων, χτύπησε την πόρτα του, δεν ήξερε ότι περνούσε το κατώφλι του θανάτου. Στο υπόγειο του σπιτιού του Brudos, τελείωσε η ζωή της. Εκείνος τη στραγγάλισε, τη φωτογράφισε, και κράτησε μέρος του σώματός της ως αναμνηστικό. Ήταν η έναρξη μιας αλυσίδας φόνων που θα τρόμαζε το Oregon ολόκληρο. Ακολούθησαν η Jan Whitney, η Karen Sprinker και η Linda Salee – νέες γυναίκες, όμορφες, ανυποψίαστες, ενωμένες στη φρίκη με τον ίδιο σαδιστή. Ο Brudos τις φωτογράφιζε μετά θάνατον, τις έντυνε, τις έστηνε σε μακάβριες πόζες· σαν να προσπαθούσε να κρατήσει τη ζωή τους παγιδευμένη σε ένα διαστρεβλωμένο όνειρο.
Η αστυνομία του Salem κινητοποιήθηκε μετά τον εντοπισμό των σωμάτων της Karen Sprinker και της Linda Salee στον ποταμό Long Tom. Τα θύματα ήταν δεμένα με εξαρτήματα αυτοκινήτου, και οχαρακτηριστικός κόμπος στο σχοινί μαρτυρούσε ένα συγκεκριμένο χέρι. Μια φοιτήτρια που τον είχε γνωρίσει έδωσε στους ερευνητές την πρώτη κρίσιμη πληροφορία. Η παγίδα στήθηκεπροσεκτικά. Ο Brudos δεν κατάλαβε ποτέ ότι το τέλος του πλησίαζε, ώσπου βρέθηκε περικυκλωμένος από τις αρχές.
Η έρευνα στο σπίτι του αποκάλυψε την απόλυτη φρίκη· ντουλάπες γεμάτες τρόπαια, φωτογραφίες των θυμάτων, ρούχα και αντικείμενα στα οποία είχε δώσει μια νοσηρή "δεύτερη ζωή". Κάθε γωνιά έσταζε σιωπηλή παραφροσύνη.
Το 1969, ο Jerome Brudos παραδέχτηκε τη δολοφονία τριών γυναικών. Καταδικάστηκε σε τρεις διαδοχικές ποινές ισόβιας κάθειρξης. Η γυναίκα του τον εγκατέλειψε, παίρνοντας τα παιδιά τους καιαλλάζοντας ταυτότητα. Στη φυλακή του Oregon, ο Brudos παρέμεινε ψυχρός, απρόσωπος, χωρίςίχνος τύψης. Προσπάθησε πολλές φορές να ασκήσει έφεση, μα καμία αίτηση δεν έγινε δεκτή. Πέθανε στις 28 Μαρτίου 2006 από φυσικά αίτια, έχοντας περάσει σχεδόν τέσσερις δεκαετίες πίσω από τα κάγκελα — ο κρατούμενος με τη μεγαλύτερη διάρκεια φυλάκισης στην ιστορία του συστήματος του Oregon.
Η ιστορία του Jerome Brudos δεν είναι απλώς το χρονικό ενός δολοφόνου. Είναι το αποτύπωμα μιας διαταραγμένης λογικής, η ακτινογραφία μιας εμμονής που γεννήθηκε από την απόρριψη καιωρίμασε μέσα στη σιωπή. Μια σκοτεινή διαδρομή στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, εκεί όπου η επιθυμία γίνεται τέρας και ο άνθρωπος χάνεται μέσα του.

Comments
Post a Comment