Το 1948, η 11χρονη Sally Horner έπεσε θύμα μιας απαγωγής που πάγωσε το αίμα της αμερικανικής κοινωνίας. Για 21 μήνες, ένα παιδί κρατήθηκε όμηρο από έναν παιδόφιλο σε μια ιστορία που, αργότερα, θα άφηνε το αποτύπωμά της στη λογοτεχνία. Η υπόθεση της “πραγματικής Λολίτας” προηγήθηκε του μυθιστορήματος του Vladimir Nabokov και φώτισε τη σκοτεινή του έμπνευση — μια ιστορία τόσο φρικτή, που ούτε η φαντασία δεν θα τολμούσε να σκαρώσει.
Η Sally ζούσε στο Camden, New Jersey, με τη μητέρα και την έγκυο αδελφή της. Κάποια μέρα, πιεσμένη από φίλες της που ήθελαν να τη δοκιμάσουν, έκλεψε ένα τετράδιο αξίας πέντε σεντ από το τοπικό κατάστημα Woolworth. Ένα παιδικό λάθος — ή έτσι πίστευε. Στην έξοδο, ένας άνδρας γύρω στα πενήντα την πλησίασε. Συστήθηκε ως πράκτορας του FBI και της είπε ότι την είχε δει να κλέβει, πως τώρα είχε προβλήματα με τον νόμο. Στην πραγματικότητα, ήταν ο Frank La Salle — ένας πρώην κατάδικος, βιαστής ανηλίκων, αποφυλακισμένος μόλις έξι μήνες πριν.
Η Sally τον πίστεψε. Τρόμαξε, αλλά καθησυχάστηκε όταν της είπε πως την άφηνε, προς το παρόν, ελεύθερη. Δεν είπε τίποτα στη μητέρα της — δεν ήθελε να την ανησυχήσει ούτε να επιβαρύνει την οικογένεια που ήδη πάλευε να σταθεί στα πόδια της. Ο La Salle όμως είχε ήδη αρχίσει να πλέκει το δίχτυ του. Την εντόπισε στο σχολείο της και την περίμενε έξω την επόμενη μέρα. Αυτή τη φορά, της είπε ότι έπρεπε να τον συνοδεύσει στο Atlantic City, για “ανακριτικούς λόγους”. Αν κάποιος ρωτούσε, να πει πως ήταν ο πατέρας μιας φίλης που την πήγαινε διακοπές.
Η μητέρα της, χωρίς κανένα λόγο να υποψιαστεί το παραμικρό, την άφησε να φύγει. Δεν φανταζόταν πως παρέδιδε την κόρη της σ’ έναν επικίνδυνο άνδρα με ιστορικό βιασμών και αποπλανήσεων. Από εκεί ξεκίνησε το μαρτύριο. Ο La Salle περιπλανήθηκε με τη Sally σε πόλεις και πολιτείες σ’ όλη τη χώρα. Την παρουσίαζε παντού ως κόρη του, τη γράφτηκε ακόμη και σε σχολείο, προσποιούμενος έναν ευσυνείδητο πατέρα. Πίσω από τις κλειστές πόρτες όμως, εκείνος τη βασάνιζε, μέρα με τη μέρα, σε μια ζωή όπου ο φόβος και η υπακοή είχαν γίνει η νέα της κανονικότητα.
Δύο χρόνια αργότερα, στο San Jose της California, ένα τυχαίο βλέμμα ενός γείτονα άλλαξε τη μοίρα της. Ο άνθρωπος ένιωσε πως κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ αυτό το “πατρικό” ζευγάρι και μια μέρα, όσο ο La Salle έλειπε, η Sally βρήκε το κουράγιο να του μιλήσει. Εκείνος την άφησε να τηλεφωνήσει στην αδελφή της. Ανάμεσα σε λυγμούς, η μικρή ζήτησε να ειδοποιήσουν το FBI. Όταν ο La Salle επέστρεψε, οι πράκτορες τον περίμεναν.
Στη δίκη, εκείνος συνέχισε να υποστηρίζει πως ήταν ο πατέρας της. Η Sally, ήρεμη αλλά αποφασιστική, κατέθεσε ότι γνώριζε καλά τον αληθινό της πατέρα, ο οποίος είχε πεθάνει όταν εκείνη ήταν έξι ετών — κι ότι αυτός ο άντρας δεν ήταν εκείνος. Ο La Salle κρίθηκε ένοχος βάσει του νόμου Mann Act του 1910, για μεταφορά ανηλίκου με ανήθικους σκοπούς, και καταδικάστηκε σε κάθειρξη 30 έως 35 ετών στις φυλακές του Trenton του New Jersey. Ο δικαστής Rocco Palese είπε τότε: «Οι μητέρες σε όλη τη χώρα θα ανασάνουν με ανακούφιση γνωρίζοντας ότι ένας τέτοιος άνθρωπος βρίσκεται επιτέλους πίσω από τα κάγκελα.»
Όμως, η δικαιοσύνη δεν ήταν αρκετή για να γιατρέψει τη ζωή της Sally. Δύο χρόνια αφότου σώθηκε, σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Μια ολόκληρη παιδική ηλικία, που ξεριζώθηκε από το κακό και ύστερα χάθηκε ξαφνικά — μια σιωπηλή υπενθύμιση ότι μερικές πληγές δεν προλαβαίνουν ποτέ να επουλωθούν.

Comments
Post a Comment