Η Olga Hepnarová γεννήθηκε στην Πράγα στις 30 Ιουνίου 1951, σε μια μεσοαστική οικογένεια. Ο πατέρας της ήταν τραπεζικός υπάλληλος, η μητέρα της οδοντίατρος. Μορφωμένοι, αλλά συναισθηματικά απόμακροι γονείς. Από παιδί έδειχνε εσωστρεφής, με μια μόνιμη αίσθηση αποξένωσης – μια ψυχή που δεν ταίριαζε ποτέ με τον κόσμο γύρω της. Η ψυχρότητα στο σπίτι και η απουσία στοργής την άφησαν γυμνή απέναντι στην ανθρώπινη σκληρότητα, κάτι που αργότερα θα άναβε τη σπίθα της οργής της.
Στην ηλικία των δεκατριών έκανε την πρώτη της απόπειρα αυτοκτονίας, καταναλώνοντας χάπια σε μια κραυγή απελπισίας που κανείς δεν άκουσε. Νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρική κλινική, όπου, αντί για βοήθεια, βρέθηκε αντιμέτωπη με εκφοβισμό και ταπείνωση. Εκεί, η ψυχή της ράγισε οριστικά. Από τότε, η Όλγα άρχισε να βλέπει τους ανθρώπους ως εχθρούς – έναν αόρατο στρατό που την καταδίωκε σιωπηλά.
Ως ενήλικη, απομακρύνθηκε από την οικογένειά της και απομονώθηκε σε μια μικρή καλύβα έξω από την Πράγα. Δούλευε ως οδηγός φορτηγού – μια δουλειά μοναχική, αλλά για εκείνη απελευθερωτική. Της χάριζε τον έλεγχο που ποτέ δεν είχε στη ζωή της. Παράλληλα, πάλευε με τη διαφορετικότητά της. Ήταν λεσβία, σε μια κοινωνία που δεν δεχόταν τίποτα πέρα από τα όρια του “κανονικού”. Οι ερωτικές της σχέσεις υπήρξαν λίγες και βασανισμένες, γεμάτες απογοήτευση και σιωπηλούς χωρισμούς. Δεν κατάφερε ποτέ να βρει τη σύνδεση που αναζητούσε απεγνωσμένα.
Η μοναξιά άρχισε να τη διαβρώνει, μέρα με τη μέρα. Γέμισε με πικρία, με θυμό για τον κόσμο που τη χλεύαζε και δεν της έδωσε ποτέ καμία ευκαιρία. Στα γραπτά της, περιγράφει έναν ατελείωτο κύκλο ταπείνωσης, έναν κόσμο που τη στοίχειωνε. Γι’ αυτήν, η κοινωνία ήταν ένας μηχανισμός βασανισμού και η ίδια, το θύμα του. Έτσι γεννήθηκε μέσα της η ιδέα της εκδίκησης.
Στις 10 Ιουλίου 1973, η 22χρονη τότε Hepnarová νοίκιασε ένα γκρι φορτηγό Praga RN και το οδήγησε με ψυχρή αποφασιστικότητα πάνω σε ένα πλήθος ηλικιωμένων πεζών που περίμεναν το τραμ στη συνοικία Holešovice. Οκτώ άνθρωποι σκοτώθηκαν, έντεκα τραυματίστηκαν. Δεν υπήρξε πανικός, ούτε μεταμέλεια. Όταν τη συνέλαβαν, μίλησε με απόκοσμη ηρεμία. «Ήξερα τι έκανα», είπε. «Ήθελα να εκδικηθώ».
Οι εφημερίδες έλαβαν δύο μέρες αργότερα τις επιστολές που είχε στείλει πριν την επίθεση. Εξηγούσε πως η πράξη της δεν ήταν μια τυφλή σφαγή, αλλά μια τιμωρία απέναντι στην ανθρώπινη κτηνωδία. Είχε σκεφτεί να εκτροχιάσει τρένο ή να προκαλέσει έκρηξη, όμως το φορτηγό ήταν το πιο προσιτό της όπλο – το εργαλείο της εργασίας της, που μετατράπηκε σε όργανο εκδίκησης. «Είμαι μοναχική, ένας κατεστραμμένος άνθρωπος που καταστράφηκε από ανθρώπους», έγραφε. «Έχω να διαλέξω: να αυτοκτονήσω ή να σκοτώσω άλλους. Επιλέγω να εκδικηθώ.»
Η δίκη της διχάστηκε ανάμεσα σε ιατρούς και δικαστές. Ήταν ψυχικά ασθενής ή απλώς ένα ψυχρό μυαλό με πλήρη συνείδηση των πράξεών του; Το δικαστήριο αποφάσισε το δεύτερο. Η καταδίκη της ήταν θάνατος. Το 1975, η Όλγα Hepnarová απαγχονίστηκε – η τελευταία γυναίκα που εκτελέστηκε στην Τσεχοσλοβακία.
Τέσσερις δεκαετίες μετά, η ιστορία της ξαναήρθε στο φως μέσα από την ταινία I, Olga, των Tomáš Weinreb και Petr Kazda. Μια ταινία ψυχρή σαν ασπρόμαυρη φωτογραφία και ταυτόχρονα καυτή από συναισθηματική ένταση. Η κάμερα εισχωρεί βαθιά στο θολό μυαλό της Όλγας, ακολουθώντας την από την παιδική της αποξένωση ως την οριστική της απόφαση να εκδικηθεί τον κόσμο.
Η Michalina Olszańska, που την υποδύεται, αποδίδει ένα πορτρέτο μελαγχολικής δύναμης. «Δεν ήθελα να τη μιμηθώ», εξήγησε, «αλλά να αποδώσω την ψυχή μιας γυναίκας που ζητούσε αγάπη και συνάντησε μόνο απόρριψη». Κατά την προετοιμασία της, μελέτησε κάθε φωτογραφία της Όλγας, ψάχνοντας το άδειο, θλιμμένο βλέμμα της – εκείνη τη ματιά που περίκλειε την απόγνωση ενός ανθρώπου που δεν είχε τίποτα πια να χάσει.
Οι δημιουργοί της ταινίας περιγράφουν πως η τσεχική κοινωνία εξακολουθεί να αποφεύγει να μιλά ανοιχτά για την υπόθεση. «Οι περισσότεροι έχουν ακούσει την ιστορία του “κοριτσιού με το φορτηγό”, αλλά ελάχιστοι γνωρίζουν ποια πραγματικά ήταν», είπε ο Weinreb. Για τους ίδιους, η ταινία δεν ήταν απλώς μια αναπαράσταση ενός εγκλήματος, αλλά μια προσπάθεια να κατανοήσουν πώς γεννιέται το μίσος μέσα από την απόρριψη.
Η ιστορία της Olga Hepnarová παραμένει, μισό αιώνα μετά, ένα ανατριχιαστικό μήνυμα για το πού μπορεί να οδηγήσει η απομόνωση, η ψυχική ασθένεια και η απουσία αγάπης. Δεν ήταν απλώς μια δολοφόνος, αλλά το τελικό προϊόν μιας κοινωνικής αποτυχίας – μιας κοινωνίας που την έσπρωξε στο σκοτάδι και την άφησε να το καταπιεί.

Comments
Post a Comment