Η απαγωγή της Jaycee Dugard και τα 18 χρόνια αιχμαλωσίας της

 

Ήταν 10 Ιουνίου 1991, ένα συνηθισμένο πρωινό στη Νότια Λίμνη Tahoe της Καλιφόρνια. Η 11χρονη Jaycee Lee Dugard περπατούσε προς τη στάση του σχολικού λεωφορείου, λίγα μόλις μέτρα από το σπίτι της. Ξαφνικά, ένα αυτοκίνητο σταμάτησε απότομα δίπλα της. Μέσα, βρίσκονταν ο Phillip Garrido και η σύζυγός του, Nancy. Προτού προλάβει να αντιδράσει, την άρπαξαν και εξαφανίστηκαν. Ο θετός της πατέρας, Carl Probyn, είδε την απαγωγή να εκτυλίσσεται μπροστά του· έτρεξε με το ποδήλατο, προσπαθώντας απελπισμένα να τους προλάβει. Ήταν όμως ήδη αργά.

Παρά τη μαζική κινητοποίηση των αρχών και τη βοήθεια του FBI, τα ίχνη του παιδιού χάθηκαν. Οι έρευνες κράτησαν χρόνια, χωρίς αποτέλεσμα. Για δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια, η Jaycee Dugard έμεινε ένα όνομα χαμένο στους φακέλους των αγνοουμένων, ενώ η οικογένειά της βυθίστηκε στην απόγνωση και στη σιωπή.

Ο Phillip Garrido, ωστόσο, δεν ήταν ένας άγνωστος εγκληματίας. Η ιστορία του ήταν σημαδεμένη από βία. Από τη δεκαετία του ’70 είχε καταδικαστεί για σειρά απαγωγών και βιασμών, αλλά αποφυλακίστηκε μετά από μόλις έντεκα χρόνια, επειδή κρίθηκε «μη επικίνδυνος». Η αδράνεια του σωφρονιστικού συστήματος του έδωσε την ευκαιρία να ξαναχτυπήσει — αυτή τη φορά, με θύμα την Jaycee.

Μετά την απαγωγή της, την οδήγησε στο Antioch, σε ένα συνηθισμένο προάστιο της Καλιφόρνια, όπου στο πίσω μέρος του σπιτιού του κρυβόταν μια πρόχειρη παράγκα, σκεπασμένη με τέντες και φράχτες. Εκεί, η μικρή θα γνώριζε το πιο σκοτεινό πρόσωπο της ανθρώπινης ψυχής. Οι Garridos την αποκαλούσαν “Allissa” και της απαγόρευαν κάθε επαφή με τον έξω κόσμο. Ο Garrido τη βίαζε ξανά και ξανά. Στα δεκατέσσερά της γέννησε το πρώτο της παιδί· τρία χρόνια μετά, το δεύτερο. Και τα δύο κορίτσια μεγάλωσαν εγκλωβισμένα δίπλα στη μητέρα τους, χωρίς να γνωρίζουν ποια πραγματικά ήταν.

Στα χρόνια που πέρασαν μέσα στην απομόνωση, η Jaycee κρατούσε σημειώσεις, γράφοντας για τη μοναξιά, τον φόβο και την ελπίδα. Αναρωτιόταν αν κάποιος τη θυμόταν, αν η μητέρα της συνέχιζε να την ψάχνει. Με τον καιρό, ο εγκλωβισμός έγινε συνήθεια· η σιωπή, ο κανόνας.

Ο απίστευτος κύκλος του τρόμου έσπασε τυχαία στις 24 Αυγούστου 2009. Ο Garrido επισκέφθηκε το Πανεπιστήμιο του Berkeley μαζί με τη Nancy και τις δύο κόρες τους, ζητώντας άδεια για «θρησκευτική εκδήλωση». Οι αστυνομικοί που τον συνάντησαν παρατήρησαν τη συμπεριφορά του και έκαναν έναν έλεγχο στο όνομά του. Διαπίστωσαν πως ήταν καταγεγραμμένος ως σεξουαλικός εγκληματίας υπό παρακολούθηση. Ο αξιωματικός επιτήρησής του, Edward Santos Jr., τον κάλεσε την επόμενη ημέρα μαζί με τις μικρές και τους «γονείς» τους. Ο Garrido εμφανίστηκε με τις κόρες του, τη γυναίκα του και μια νεαρή γυναίκα με άδειο βλέμμα. Λίγο μετά, λύγισε και ομολόγησε. Η «Allissa» ήταν στην πραγματικότητα η Jaycee Dugard — το κορίτσι που όλοι πίστευαν πως είχε χαθεί για πάντα.

Η διάσωσή της αποκάλυψε τα βαθιά ρήγματα ενός συστήματος που απέτυχε να αναγνωρίσει τον κίνδυνο. Ο αξιωματικός Santos παραδέχθηκε πως είχε ελέγξει το σπίτι του Garrido πολλές φορές χωρίς να εντοπίσει τίποτα. «Η αυλή έμοιαζε απλώς ακατάστατη», δήλωσε αργότερα. Μόνο η τύχη κι ένα κομμάτι επιμονής οδήγησαν στη λύση ενός μυστηρίου 18 ετών.

Μετά την απελευθέρωσή της, η Jaycee ξεκίνησε ένα μακρύ ταξίδι ανάρρωσης. Το 2011 εξέδωσε τα απομνημονεύματά της, A Stolen Life, δίνοντας φωνή σε κάθε άνθρωπο που επέζησε από την απόλυτη σιωπή. Ίδρυσε το JAYC Foundation, προσφέροντας στήριξη σε οικογένειες που βιώνουν τραύματα και απώλειες. Το 2012 βραβεύτηκε στα DVF Awards και το 2016 κυκλοφόρησε το δεύτερο βιβλίο της, Freedom: My Book of Firsts, όπου μιλά για τις πρώτες στιγμές της ελευθερίας της — το πρώτο της ταξίδι, το πρώτο της γέλιο, το πρώτο βήμα χωρίς φόβο. Σήμερα, η Jaycee Dugard είναι σύμβολο αντοχής και δύναμης. Η ιστορία της θυμίζει πως ακόμη και μέσα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια, υπάρχει πάντα χώρος για ελπίδα — κι ένα φως που, κάποια στιγμή, βρίσκει τρόπο να περάσει μέσα από το σκοτάδι.


Comments