Ο Henry Lee Lucas γεννήθηκε μέσα στο χάος. Ήταν το 1936 στο Blacksburg της Βιρτζίνια — μια μικρή κοινότητα που δεν φανταζόταν ότι θα γεννούσε έναν από τους πιο απόκοσμους δολοφόνους της Αμερικής. Από την πρώτη του ανάσα, η ζωή του ήταν μια σειρά από πληγές. Ο πατέρας του, αλκοολικός και ανήμπορος, κι η μητέρα του, μια γυναίκα που εκπορνευόταν για να θρέψει τα εννέα παιδιά της, μετέτρεψαν το σπίτι σε ένα θέατρο κάθαρσης και ταπείνωσης. Ο μικρός Henry μεγάλωσε μέσα στη βία — ένα παιδί χωρίς προστασία, χωρίς αγάπη, χωρίς κανένα λόγο να πιστεύει στον άνθρωπο.
Στην εφηβεία του το σκοτάδι έγινε πιο πυκνό. Ο ίδιος ομολόγησε πως συνευρέθηκε με τον ετεροθαλή αδελφό του και με νεκρά ζώα. Δεν ένιωθε τύψεις· ένιωθε μόνο περιέργεια. Ήταν σαν να πειραματιζόταν με τα όρια της ίδιας της ανθρώπινης φύσης. Κι όσο μεγάλωνε, τόσο πιο μακριά τα έσπρωχνε.
Το 1960, ύστερα από χρόνια βίας και παραβατικότητας, η μοίρα του σφραγίστηκε. Ο Henry δολοφόνησε τη μητέρα του — μια πράξη που, όπως είπε αργότερα, τον λύτρωσε αλλά και τον καταδίκασε. Καταδικάστηκε σε 20 με 40 χρόνια κάθειρξη και στάλθηκε στο κρατικό σωφρονιστικό ίδρυμα του Jackson στο Μίσιγκαν. Εκεί, ανάμεσα στους ψυχρούς τοίχους, προσπάθησε δύο φορές να βάλει τέλος στη ζωή του. Αντί για θάνατο, τον μετέφεραν στο ψυχιατρείο της Ionia. Όταν τελικά αποφυλακίστηκε το 1970, μετά από δέκα χρόνια, είχε ήδη χάσει κάθε σύνδεση με τον έξω κόσμο.
Η επιστροφή του στην κοινωνία δεν κράτησε. Ένα μόλις χρόνο μετά, συνελήφθη για την απόπειρα απαγωγής μιας δεκαπεντάχρονης κοπέλας. Πέντε χρόνια αργότερα, η πόρτα της φυλακής άνοιξε ξανά — μόνο για να τον οδηγήσει βαθύτερα στη βία. Στο Μίσιγκαν γνώρισε τον Otis Toole, έναν μικροεγκληματία με το ίδιο παγωμένο βλέμμα. Μαζί έγιναν ένα ανίερο δίδυμο. Ενωμένοι από την ίδια αρρωστημένη περιέργεια, περιπλανήθηκαν σε πόλεις και εθνικές οδούς, κυνηγώντας τη σκοτεινή τους ανάγκη.
Το 1979, στους δρόμους της Αμερικής, ο Lucas ταξίδεψε με τον Toole και τη νεαρή ανιψιά του, τη Becky Powell — ένα κορίτσι με διανοητική υστέρηση, που νόμιζε πως βρήκε στο πρόσωπό του την αγάπη. Εκείνος όμως της πρόσφερε κάτι άλλο: το τέλος. Ο ίδιος παραδέχτηκε ότι τη σκότωσε, μαζί με την ηλικιωμένη Katherine Rich, τη γυναίκα που τους φιλοξενούσε. Κανείς δεν έμαθε ποτέ την αλήθεια πίσω από αυτά τα εγκλήματα. Μόνο νεκρή σιωπή.
Το καλοκαίρι του 1983, η αστυνομία τον συνέλαβε στο Τέξας για κατοχή φονικού όπλου. Ήταν τότε που ο Henry Lee Lucas άρχισε να μιλά — και δεν σταμάτησε ποτέ. Ομολόγησε εκατοντάδες φόνους, περιγράφοντας φρικαλεότητες με ανατριχιαστική ηρεμία. Οι ανακριτές τον άκουγαν μαγεμένοι και τρομαγμένοι. Ήταν αλήθεια όλα αυτά; Ή μήπως απλώς απολάμβανε τη δημοσιότητα που ποτέ δεν είχε; Αργότερα, οι έρευνες απέδειξαν πως τα περισσότερα από όσα είπε ήταν ψέματα. Το πιθανότερο είναι πως σκότωσε τρία άτομα — όχι εκατοντάδες.
Η Δικαιοσύνη τον τιμώρησε με θάνατο, αλλά ο τότε κυβερνήτης του Τέξας, George Bush, μετέτρεψε την ποινή του σε ισόβια κάθειρξη. Πίσω από τα κάγκελα του Huntsville, ο Lucas ισχυρίστηκε πως ξαναβρήκε τον Θεό. Έζησε τα τελευταία δεκαοκτώ χρόνια ήσυχος, σχεδόν παραδομένος στη συνείδησή του.
Στις 12 Μαρτίου 2001, ο Henry Lee Lucas πέθανε από φυσικά αίτια, στα 64 του χρόνια. Κάποιοι τον βλέπουν ως ψυχασθενή, άλλοι ως έναν δαιμονικό ψεύτη που απόλαυσε να παίζει με το μυαλό των ανθρώπων. Όπως κι αν τον θυμάται η ιστορία, το βλέμμα του παραμένει ζωντανό μέσα στα αρχεία του τρόμου — εκεί όπου η αλήθεια και το ψέμα μπερδεύονται για πάντα.

Comments
Post a Comment