Σε ηλικία μόλις 21 ετών, μπήκε επίσημα στην οικογένεια Lucchese — τρίτη πιο ισχυρή της Νέας Υόρκης, μετά τις Gambino και Genovese. Ξεκίνησε στις αποβάθρες ως τοκογλύφος, δουλεύοντας για τον Christopher Furnari, μα γρήγορα φάνηκε πως δεν ήταν απλός μπράβος. Η σκληρότητά του άγγιζε τα όρια της σαδιστικής διαστροφής. Μία φορά, όταν ένας λιμενεργάτης περηφανεύτηκε για τα καινούρια του παπούτσια, ο Casso ανέβηκε σε περονοφόρο και άφησε εκατοντάδες κιλά φορτίου πάνω στα πόδια του, σπάζοντάς του τα δάχτυλα. Έπειτα γέλασε — «Ήθελα απλώς να δω πόσο ανθεκτικές είναι οι μπότες», είπε.
Αν και συνελήφθη επανειλημμένα για επίθεση, εκβιασμό και διακίνηση ηρωίνης, κανείς δεν τόλμησε να καταθέσει εναντίον του. Έτσι, ο Casso ανέβηκε γρήγορα στην ιεραρχία και το 1979 έγινε επίσημα «made man» μαζί με τον Vittorio Amuso. Οι δυο τους δημιούργησαν ένα δίκτυο εκβιασμών και ναρκωτικών, ενώ με τη διαβόητη «Bypass Gang» έκαναν ληστείες εκατομμυρίων δολαρίων. Το 1985, όταν ο John Gotti διέταξε τη δολοφονία του θρυλικού αφεντικού Paul Castellano χωρίς την άδεια της Επιτροπής, η ισορροπία του υποκόσμου κλονίστηκε. Οι Corallo και Gigante ζήτησαν εκδίκηση — και ο Casso ανέλαβε να τη φέρει εις πέρας. Οργάνωσε με τον Amuso μια βομβιστική επίθεση που σκότωσε τον υπαρχηγό του Gotti, Frank DeCicco, σώζοντας τον ίδιο τον Gotti από καθαρή τύχη.
Μετά την καταδίκη του Corallo, ο Amuso ανέλαβε αρχηγός των Lucchese και ο Casso έγινε ο υπαρχηγός του. Αισθανόταν άτρωτος. Όποιος τον υποψιαζόταν ως «καρφί», κατέληγε νεκρός — συχνά με τα ίδια του τα χέρια. Παράλληλα, εξαγόραζε δύο διεφθαρμένους αστυνομικούς της Νέας Υόρκης, τους Louis Eppolito και Stephen Caracappa. Για τέσσερις χιλιάδες δολάρια τον μήνα, του έδιναν πληροφορίες για έρευνες και εκτελούσαν «δουλειές» για λογαριασμό του. Ο Casso έμοιαζε να έχει το σύστημα στα γόνατά του.
Μέχρι το 1990, είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος των δρόμων. Όταν έμαθε πως πλησίαζε ομοσπονδιακό κατηγορητήριο, εκείνος και ο Amuso εξαφανίστηκαν. Ο Amuso συνελήφθη ένα χρόνο αργότερα, μα ο Casso συνέχιζε να κινεί τα νήματα από την αφάνεια, διατάζοντας δολοφονίες με ψυχραιμία και ακρίβεια. Λέγεται ότι έδωσε εντολή να σκοτώσουν ακόμη και τον αρχιτέκτονά του, επειδή του καθυστέρησε την ανέγερση της πολυτελούς βίλας του στο Mill Basin. Η πτώση του άρχισε όταν ο προσωρινός αρχηγός, Alfonso D’Arco, τρομοκρατημένος από την παράνοιά του, αποφάσισε να συνεργαστεί με το FBI. Ο Casso απάντησε με νέα κύματα βίας, φτάνοντας στο σημείο να σχεδιάσει τη δολοφονία ενός ομοσπονδιακού εισαγγελέα και ενός δικαστή. Όμως η τύχη του είχε τελειώσει. Το 1993 συνελήφθη, γυμνός, την ώρα που έβγαινε από το ντους στο σπίτι της ερωμένης του στο Νιου Τζέρσεϊ.
Έναν χρόνο αργότερα, ομολόγησε 72 εγκλήματα — ανάμεσά τους 14 δολοφονίες. Προσπάθησε να εξαγοράσει την ελευθερία του καταδίδοντας πρώην συνεργάτες και διεφθαρμένους αστυνομικούς. Για λίγο μπήκε στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων, όμως οι συνεχείς επιθέσεις και δωροδοκίες μέσα στη φυλακή τον έβγαλαν από αυτό. Το 1998 καταδικάστηκε σε 455 χρόνια κάθειρξη, χωρίς καμία ελπίδα αποφυλάκισης. Τα τελευταία του χρόνια τα πέρασε στο σωφρονιστικό ίδρυμα της Tucson στην Αριζόνα, άρρωστος και ξεχασμένος. Διαγνώστηκε με καρκίνο του προστάτη και, αργότερα, με COVID-19. Ζήτησε να αποφυλακιστεί για λόγους υγείας, αλλά το αίτημά του απορρίφθηκε. Στις 15 Δεκεμβρίου του 2020, ο Anthony Casso πέθανε μόνος, δεμένος σε μηχάνημα υποστήριξης αναπνοής — ο «Gaspipe» που κάποτε είχε τρομοκρατήσει μια ολόκληρη πόλη, τελείωσε τη ζωή του σιωπηλός, μέσα στο ίδιο σύστημα που πίστευε πως έλεγχε.

Comments
Post a Comment